Ερευνητικές διακρίσεις του Τμήματός μας

Εκτυπώσιμη μορφή

Από το Πανεπιστήμιο Πατρών, ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα αξιολόγησης των προτάσεων για το Πρόγραμμα Βασικής και Μεταδιδακτορικής Έρευνας "Κ. Καραθεοδωρή 2013". 

 

Υποβλήθηκαν 120 έγκυρες προτάσεις και επιλέχθηκαν 23 για να χρηματοδοτηθούν. 

 

Μεταξύ αυτών και δυο προτάσεις από το Τμήμα μας.

 

Θερμά συγχαρητήρια στους συναδέλφους μας. 

 

ΤΙΤΛΟΣ: Ο ρόλος του φυσικού ζεόλιθου στη διαχείριση των υδάτινων ανοξικών περιβαλλόντων
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ: Επικ. καθ. Ιερόθεος Ζαχαρίας
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Το παρόν έργο, θέτει ως στόχο τη διαχείριση του περιβαλλοντικού προβλήματος της ανοξίας σε εσωτερικά, μεταβατικά και παράκτια ύδατα. Η αύξηση του θρεπτικού και του οργανικού φορτίου που καταλήγει στην παράκτια ζώνη, εξαιτίας έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας οδήγησε κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών στην αύξηση του αριθμού των ανοξικών περιβαλλόντων αλλά και της έκτασης και της έντασης των ανοξικών συνθηκών σε οικοσυστήματα που ανάλογες συνθήκες ήδη επικρατούσαν. Στις παράκτιες περιοχές, ο αριθμός των “νεκρών” ζωνών, οι οποίες είναι αποτέλεσμα του ευτροφισμού, έχουν αυξηθεί από τις 10 καταγεγραμμένες περιπτώσεις το 1960 σε 405 καταγεγραμμένες περιπτώσεις το 2008. Οι βόρειες λίμνες Βεγορίτιδα, Πετρών, Χειμαδίτιδα, Ζάζαρη και Βιστονίδα παρουσιάζουν τις υψηλότερες τιμές θρεπτικών αλάτων, πολλές όμως ακόμη ελληνικές λίμνες (η Λυσιμαχεία, η Παμβώτιδα, η λίμνη της Καστοριάς, η Στυμφαλία, κ.α.) παρουσιάζουν έντονα προβλήματα ευτροφισμού (Zacharias et al., 2002), ενώ στις περισσότερες από αυτές παρατηρείται κατανάλωση του διαλυμένου οξυγόνου και επικράτηση ανοξικών συνθηκών σε εποχική κλίμακα. Το μεγαλύτερο ελληνικό λιμνοθαλάσσιο οικοσύστημα, Μεσολογγίου – Αιτωλικού είναι ευτροφικό όπως και πλήθος μικρότερων ελληνικών λιμνοθαλασσών. Σημειώνεται ότι η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού είναι ένα από τα γνωστότερα φυσικά ανοξικά περιβάλλοντα στο οποίο η εντατική ανθρώπινη δραστηριότητα έχει σαν αποτέλεσμα την δραματική επιδείνωση των συνθηκών έλλειψης οξυγόνου. Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται μόνο στα εσωτερικά και μεταβατικά υδάτινα περιβάλλοντα, αλλά επεκτείνεται συνεχώς και στα παράκτια ελληνικά ύδατα (π.χ Σαρωνικός κόλπος, Θερμαϊκός κόλπος κ.α.). Σύμφωνα με την οδηγία πλαίσιο για τα νερά (2000/60/ΕΚ) όλα τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτύχουν την καλή κατάσταση των επιφανειακών υδάτων μέχρι, το αργότερο τον Οκτώβριο του 2015. Το παρόν έργο βασίζεται στην ανάγκη άμεσης παρέμβασης στα υδάτινα περιβάλλοντα με σκοπό τη διαχείριση και αποκατάσταση τους για την επίτευξη των στόχων που η κοινοτική οδηγία υπαγορεύει.


ΤΙΤΛΟΣ: Μακρο-οικολογικά πρότυπα λειτουργικής βιοποικιλότητας αμφιβίων της Ευρώπης.
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ: Επικ. καθ. Θανάσης Καλιμάνης
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι επιστήμονες στην προσπάθειά τους να ελέγξουν την απώλεια της βιοποικιλότητας, ερευνούν τα χωρικά πρότυπα αυτής και τις περιβαλλοντικές παραμέτρους που τα επηρεάζουν, με έμφαση στην ταξινομική ποικιλότητα (π.χ. πλούτος ειδών). Παρόλο που η ταξινομική ποικιλότητα είναι ο πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενος τρόπος μέτρησης της βιοποικιλότητας, δε λαμβάνει υπόψη της τις εξελικτικές και οικολογικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ειδών. Αντίθετα, η λειτουργική ποικιλότητα, η οποία μετρά την ποικιλότητα των λειτουργικών χαρακτηριστικών (μορφολογικών, φυσιολογικών, κ.τ.λ.) των βιοκοινοτήτων, έχει προταθεί ως μια διάσταση της βιοποικιλότητας που αντιμετωπίζει τον περιορισμό αυτό. Αλλά η λειτουργική ποικιλότητα μόλις πρόσφατα άρχισε να μελετάται, και πολλά χαρακτηριστικά της παραμένουν αδιερεύνητα. Μολονότι η ταξινομική με τη λειτουργική ποικιλότητα συνδέονται, η σχέση τους δεν έχει μελετηθεί επαρκώς, και ιδίως σε μεγάλες χωρικές κλίμακες. Στο συγκεκριμένο έργο, χρησιμοποιώντας δεδομένα γεωγραφικής εξάπλωσης των αμφιβίων θα διερευνηθούν τα χωρικά πρότυπα της βιοποικιλότητας (ταξινομικής και λειτουργικής) των αμφιβίων της Ευρώπης. Τα πρότυπα της λειτουργικής ποικιλότητας θα συσχετισθούν με αυτά της ταξινομικής ποικιλότητας. Επίσης, με τη χρήση στατιστικών μεθόδων (που λαμβάνουν υπόψη τη χωρική αυτοσυσχέτιση των δεδομένων), θα προσδιορισθούν οι περιβαλλοντικοί παράμετροι (π.χ. κλιματικοί, τοπογραφικοί) που καθορίζουν τα χωρικά πρότυπα της λειτουργικής ποικιλότητας των αμφιβίων σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Σήμερα, το 59% των ειδών των αμφιβίων της Ευρώπης παρουσιάζει μειούμενους πληθυσμούς λόγω κλιματικής αλλαγής, αλλαγών χρήσεων γης αλλά και παθογόνων χυτριδιομυκήτων. Ως αποτέλεσμα, η κατανόηση των λειτουργικών χαρακτηριστικών και διαδικασιών που διέπουν την συνάθροιση των βιοκοινοτήτων των αμφιβίων μπορεί να βοηθήσει να καταλάβουμε πώς αποκρίνονται τα είδη και οι βιοκοινότητες στις περιβαλλοντικές αλλαγές και επομένως να βελτιώσει τα σχέδια διατήρησης των ειδών αυτών.

 

© 2008-2019, Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος